Η Σφαγή της Χίου δεν τελείωσε… (2)

Είναι ανατριχιαστικές οι λεπτομέρειες, που διέσωσε ο Στυλιανός Βίος στο βιβλίο με τίτλο «Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα τού Χιακού λαού» (Επανέκδοση Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου, Χίος 1987).

Διηγήσεις Μαρίας Μπούρα (Εκ της πόλεως Χίου)
α) Στη Σφαγή εκαθούμαστε στο Βουνάκι, κοντά στο τζαμί, όπου οι γονιοί μου είχανε φούρνο και καφενέ, γιατί ήτανε καλοί νοικοκύρηδες. Εγώ τότες ήμουνα 14 χρονώ και τα θυμούμαι όλα.
Άξαφνα μια μέρα ο πατέρας μου μάς λέει: «Παιδιά μου, οι Τούρκοι μαζεύουν όλους τούς αρχόντους τού τόπου μας». Ως που να το καλομάθουμε, τους είχανε όλους κρεμασμένους στου Κάστρου την πόρτα.
Αμέσως, το λοιπόν, ο πατέρας μου λε (λέει) τής μητέρας μου: «Βγερού, τά 'μαθες; Οι Τούρκοι εκρεμάσανε όλους τούς αρχόντους και ζητούν και το Μισέ Κωνσταντή το Χωρέμη».
Μα η γυναίκα του τον είχε χωμένο σ’ ένα μνήμα 40 μέρες κ’ ήτρωγε νερό και ψωμί κ' έτσι εσώθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί, νά τα ταγκαλάκια (Τούρκοι στρατιώτες από τα βάθη τής Ανατολής) απ΄ την Ανατολή! Εβαστούσαν στα χέρια τως φωτιές και μαχαίρια κι εφωνάζανε: «Μωρέ Γκιαούρηδες, τι έχετε να δείτε το ταχύ!». Οι καμένοι (οι καημένοι, οι δυστυχείς) οι Χριστιανοί κλειστήκανε στα σπίτια τως. Τουφέκια, μαχαίρια δεν είχανε, γιατί από τα πριν οι Τούρκοι εμαζέψανε και τα σουγιαδάκια (μικρά μαχαιράκια), ακόμη και τα κατσουνάκια (κλαδευτήρια) δεν εφήκανε (άφησαν).
Τότες η μητέρα μου λε τού πατέρα μου: «Φραγκούλη, να πάρομε τα παιδιά μας να φύγομε, γιατί οι Τούρκοι έχουν άσκημο σκοπό». Παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου τη μητέρα μου, εμένα και την αδελφή μου, παίρνει και δύο ψωμιά και μερικούς ψιλούς παράδες και φεύγομε. Μα πριν να φύγομε, τι ν’ ακούσομε… Εσπούσανε τις πόρτες οι Τούρκοι κ' εκόβανε (σφάζανε), ύστερι βάζανε φωτιά σ’ όλα τα σπίτια. Εμείς από ταράτσα σε ταράτσα (από στέγη σε στέγη) βγήκαμε στη θάλασσα, όπου πήραμε δρόμο κατά τον Άγιο Μηνά. Στο δρόμο μάς απάντησαν δυό ανθρώποι κ' εβαστούσαν κουτάλια και χαρανί (χύτρα. Τουρκικά hereni). Τα πήραν ίσως παν σε κανένα μέρος και βρούνε τίποτα χόρτα και ψήσουνε.
Ανηβαίνομε λοιπόν στον Άγιο Μηνά και βλέπομε τον κόσμο χιλιάδες μέσα. Ό,τι καθήσαμε να φάμε λίγο ψωμί, ακούμε φωνές «Τα ταγκαλάκια έρχουνταινε!». Τότες ο πατέρας μου λέει:
«Βγερού, αν μείνομεν εδώ, θα μας σφάξουν, μόνον ας φύγομε, πριν κλείσει το μοναστήρι».
Παίρνομε δρόμο και καταβαίνομε στο Λιμνιώνα, ίσως βρούμε κανένα καΐκι. Η κακή μας τύχη και απαντήσαμεν ένα μπουλούκι Σαμιώτες και μας πήραν τον πατέρα μας και αφήσανε τη μητέρα μου, εμένα και την αδερφή μου. Πήραμε δρόμο κ' εβγήκαμε στο Λιθί. Εκεί απαντούμεν ένα χωριάτη και τον αρωτά η μητέρα μου: «Πού βρισκόμαστε καλέ;». Κ' εκείνος τής λέει: «Μωρή παλιοκαστρινή, γα σας μάς σφάζουν οι Τούρκοι». Και ήπιασε πέτρες και μας τραβούσε. Η μητέρα μας η καϋμένη έμεινε μοναχή, χωρίς άντρα, νύχτα, με δυό κορίτσια, χωρίς να ξέρη πού ήτανε. Παίρνομεν τα βουνά και φτάνομε στης Αγιάς Μαρκέλλας τον ποταμό και βλέπομεν τα βουνά γεμάτα Τούρκοι, που ερκόντανε προς το μέρος το δικό μας. Τότες μάς παίρνει η μητέρα και κρυφτήκαμένε μέσα στους βάτους και εκεί ξημερωθήκαμε. Τη νύχτα πού να κοιμηθούμενε, που περνούσαν οι Τούρκοι αφ' το δρομαλάκι που ήτανε από πάνω μας. Τέλος, εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα κ’ επήγαμεν στην Αγιά Μαρκέλλα. Κ’ εκεί όμως δεν βρήκαμεν καΐκι και γυρίσαμε πίσω και πάμενε σ’ ένα χωριό. Εκεί μάς απάντησεν ένας κουμπάρος μας και λε τής μητέρας μου: «Έλα να σε κρύψω με τα κορίτσια σ’ ενός Τούρκου τον αχερώνα». Μα ο άθλιος μόντις (μόλις) μάς ήκρυψένε, πάει και λε τού Τούρκου: «Έλα να δεις που σού ΄χω δυό κορίτσια κρυμμένα». Του λε ο Τούρκος: «Τι σού είν’ αυτές;». Λέει: «Κουμπάρες μου». Τότες ο Τούρκος βγάζει το σπαθί του και του κόβει το κεφάλι ομπρός στα μάτια μας κ' έρκεται και μας λέει: «Αυτός επειδή ήτανε κουμπάρος σας και σας επρόδωσενε, τον σκότωσα, μόνο εσείς φευγάτε». Και μας ήδειξε δρόμο κ’ εβγήκαμε πάλι στο Μέγα Λιμιώνα. Κι΄ εκεί είδαμε καΐκια Σαμιώτικα βαθειά αραγμένα, και στην ακρογιαλιά ήτανε πολύς κόσμος, γυναικόπαιδα πολλά. Οι Σαμιώτες με τις βάρκες επαίρνανε τον κόσμο, μα όποιος είχενε πολλούς παράδες και χρυσά, όποιος δεν είχενε τον αφήνανε όξω. Η καϋμένη η μητέρα μου είχε στο στήθος της ένα πουγγί γεμάτο με ψιλούς παράδες και Μισιριώτικα κουκάκια που μας ήδινεν από δυό τριά τήε κάθε μιανής, για να περάσει η πείνα, βγάζει μια φουχτιά και τα δείχνει τών Σαμιωτών. Αυτοί νομίζοντας πως ήτανε το στήθος της γεμάτο παράδες, μας επήρανε μέσα στο καΐκι.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.