Μετά την έξοδο από την ευρωζώνη

Η έξοδος της Ελλάδος από την Ευρωζώνη είναι πιο ορατή από ποτέ. Μετά από έξη και πλέον χρόνια ύπαρξης σε μία κοινωνικά εξαντλητική ύφεση διαφαίνεται πλέον η πιθανή έξοδος της Ελλάδος από το Ευρώ. Η συνεχιζόμενη οικονομική συρρίκνωση –το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί φέτος κατά 1%– συνοδευόμενη από την δραματική αποτυχία της κυβέρνησης Τσίπρα να πείσει τους εταίρους της Ευρωζώνης να άρουν το μνημόνιο και να υιοθετήσουν μία πολιτική οικονομικής ανάπτυξης, αναμφισβήτητα έχει μεγιστοποιήσει την πιθανότητα επιστροφής της Ελλάδος σε εθνικό νόμισμα.

Συγκεκριμένα, το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων, από το 2009 μέχρι το 2014, μειώθηκε κατά 40% και πλέον –από $34.000 σε $21.000. Το δημοσιονομικό χρέος αυξήθηκε από 125% του ΑΕΠ (2010) στο 177% του ΑΕΠ (2014). Η ανεργία κυμαίνεται στο 27%. Οι επαγγελματικές προοπτικές για νέους με πανεπιστημιακή παιδεία έχουν σχεδόν μηδενιστεί με αποτέλεσμα την έξοδο των νέων προς άλλες χώρες και την σταδιακή αντικατάστασή τους με μεταναστευτικό δυναμικό υποδεέστερης επαγγελματικής ποιότητος. Δηλαδή, η συμφορά της Ελλάδος δεν είναι μόνον εισοδηματική και βραχυπρόθεσμη αλλά κοινωνικο-οικονομικά δομική και μακροπρόθεσμη.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από την επιδίωξή της να κάνει τον Ελληνικό λαό να αισθανθεί «υπερήφανος» κατά τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της Ευρωζώνης, δεν έχει επιτύχει «πραγματικά» οφέλη. Τουναντίον, συλλήβδην ο οικονομικός κόσμος και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού τείνουν πλέον να υιοθετήσουν το σενάριο της εξόδου της Ελλάδος από την Ευρωζώνη.

Τι άραγε είναι το παράδοξον στην σκέψη του Έλληνα ψηφοφόρου; Προεκλογικές στατιστικές κατέδειξαν ότι πάνω από το 75% του Ελληνικού λαού ήθελε η κυβέρνησή του να αντιπαρατεθεί στις απαιτήσεις των «δανειστών», όμως, να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Πως είναι δυνατόν; Υπό ομαλάς συνθήκας, ποίος έχει την διαπραγματευτική υπεροχή, ο Δανειστής ή ο Δανειζόμενος; Πως είναι δυνατόν να λες στον Δανειστή ότι χρειάζεσαι την βοήθειά του υπό τους δικούς σου όρους; Μία τέτοια θέση είναι «αλχημιστική» και όχι θεμιτή ή έγκυρη. Δηλαδή, το αποτέλεσμα μίας τέτοιας ανταλλαγής δεν μπορεί ποτέ να είναι βέλτιστο.

Τι, λοιπόν, διαγράφεται στο μέλλον; Τι θα γίνει την επαύριον;

Όπως έχω, κατ’ επανάληψιν, και σε άλλα άρθρα τονίσει η μακροπρόθεσμα κοινωνικο-οικονομικά βέλτιστη επιλογή για την Ελλάδα, η μόνη επιλογή που θα διασφαλίσει την εθνική κυριαρχία της, είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη. Όμως, τι σημαίνει «έξοδος» από την Ευρωζώνη; Έξοδος της Ελλάδος από την Ευρωζώνη θα σημάνει:

[*] Εθνικό νόμισμα και εθνική χρηματοπιστωτική πολιτική
[*] Άμεση υποτίμηση πλούτου και οικονομικών κεφαλαίων
[*] Πληθωρισμός, ανάλογα με τα δολλαριακά αποθεματικά
[*] Εξουσία υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, για την προώθηση των εξαγωγών
(Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι, πρώτον, συναλλαγματική υποτίμηση δεν είναι πάντα αποτελεσματική ή/και επιθυμητή. Και, μπορεί να μην είναι αποτελεσματική καθότι σε περίοδο παγκόσμιας ύφεσης υποτίμηση δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, και, μη επιθυμητή επειδή συναλλαγματικές υποτιμήσεις δημιουργούν «εισαγόμενο» πληθωρισμό).
[*] Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων θα αντανακλά την πραγματική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και όχι προσδοκίες περί εισροής επενδυτικών κεφαλαίων από την Ευρωζώνη
[*] Την επιτακτική ανάγκη για την αναδόμηση της οικονομίας προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητά της
[*] Την επιτακτική ανάγκη για την αναδόμηση των δύο άλλων τομέων της πολιτικής οικονομίας, δηλαδή, του πολιτικού συστήματος και νομοθεσμικού και δικαστικού συστήματος.

Εν κατακλείδι, αν οι Έλληνες δεν επιτύχουν να αλλάξουν την δομή της Οικονομίας, του Πολιτικού συστήματος και του Νομοθεσμικού και Δικαστικού συστήματος τους, θα είναι προτιμότερη η παραμονή τους στην Ευρωζώνη, αποδεχόμενοι τις επιπτώσεις μίας τέτοιας παραμονής επί της εθνικής των κυριαρχίας και της πολιτισμικής των ταυτότητος. Δηλαδή, δεν υπάρχει «καλή» λύση αλλά μόνον ολιγότερον ή περισσότερον οδυνηρή.

Η πιο σύντομη και αποτελεσματική στρατηγική επίλυσης της Ελληνικής κρίσεως έγκειται στην αύξηση της «ανταγωνιστικότητος» της οικονομίας. Η οποία, θεωρώ, ότι θα συντείνει στην ελάφρυνση ή και εν μέρει διαγραφή του χρέους καθότι οι διεθνείς χρηματαγορές θα επιθυμούν να επενδύσουν στην Ελλάδα πράγμα που θα καταστεί διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για αυτήν. Η εν λόγω στρατηγική μείωσης του δημοσιονομικού χρέους είναι στρατηγική «τιμής»!

Δρ. Κωνσταντίνος Γ. Πολυχρονίου
Professor of International Business University of Cincinnati
Cincinnati, Ohio - USA

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.