Ο πόλεμος κατά του αδιάρρηκτου δεσμού Εκκλησίας – Κράτους

Το χρονικό ενός ανίερου "πολέμου"!
Όπως είδαμε (εδώ και εδώ), η ανίερη προσπάθεια των πολιτικών να καταλύσει τον ζωτικής σημασίας για το Έθνος μας δεσμό μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας και, επιπλέον, η εμμονή τους να αρπάξουν και να εκμεταλλευθούν την περιουσία της Εκκλησίας –η οποία προέρχεται από απλούς πιστούς ανθρώπους, που την παρέδωσαν στον Θεό και στους Κληρικούς Του, επειδή θεωρούν αυτούς περισσότερο αξιόπιστους από τους αμοραλιστές Πολιτικούς στη διαχείριση των Ιερών χρημάτων και αποκτημάτων– είναι σχεδόν "συνόκαιρη" του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, αφού ξεκίνησε από το 1833!

Στην πορεία αυτών των 185 ετών, η Πολιτεία έφθασε τέσσερις φορές πολύ κοντά στην επίτευξη του προδοτικού για το Έθνος θεομάχου σχεδίου της.

Αρχικά το 1931 –επί πρωθυπουργίας του "Εθνάρχη" και ευνοούμενου του Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελευθερίου Βενιζέλου– όταν με τον νόμο 4684/1931 «Οργανισμοί Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» το Ελληνικό Κράτος προχώρησε στην ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών αδιαφορώντας για τις ενστάσεις της Εκκλησίας και αφού πρώτα –κατά την περίοδο από το 1917 μέχρι το 1930– απαλλοτρίωσε φασιστικά εκτάσεις της Εκκλησιαστικής περιουσίας αξίας μεγαλύτερης του ενός δισεκατομμυρίου προπολεμικών δραχμών! Ωστόσο τα χρήματα, που απέφερε αυτή η ρευστοποίηση εξανεμίστηκαν πλήρως εξαιτίας του Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και της 4ης πτώχευσης της Χώρας, που σημάδεψε εκείνη την περίοδο της διακυβερνήσεως του Βενιζέλου! Το Κράτος όχι μόνο απεκόμισε το απόλυτο τίποτα από την ιερόσυλη στάση του, αλλά επιπλέον ζημιώθηκε οικονομικά οδηγούμενο στην χρεωκοπία!

Η επόμενη σημαντική προσπάθεια έγινε το 1987, επί της κυβερνήσεως του τότε πανίσχυρου ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του Ανδρέα Παπανδρέου. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1987 ο Αντώνης Τρίτσης εντελώς φασιστικά και αυθαίρετα αποφάσισε ότι η συζήτηση για την Εκκλησιαστική περιουσία δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ' αόριστον και γι’ αυτό το λόγο θα προχωρούσε μονομερώς στη λύση του προβλήματος.

Έτσι, κατάρτισε το σχέδιο νόμου για τη "Ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας", Ν.1700/18987, που προέβλεπε ότι η μοναστηριακή περιουσία περνούσε στην κατοχή της Πολιτείας με λαϊκή συμμετοχή στην διαχείρισή της. Εν τέλει ο νόμος ψηφίστηκε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 2 Απριλίου 1987 από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού ("προδρόμου" του ΣΥΡΙΖΑ).

Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας δεν ψηφίσαν εναντίον του νομοσχεδίου, αλλά προτίμησαν να αποχωρήσουν από την αίθουσα όπου γινόταν η ψηφοφορία. Επρόκειτο για (ακόμα) μία κίνηση πολιτικής υποκρισίας με διπλό νόημα: να μην δυσαρεστηθούν οι ξένοι εντολοδόχοι –που πιέζουν διαρκώς για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους στην Πατρίδα μας– αλλά ούτε και οι "θρησκευόμενοι" ψηφοφόροι του –τάχα– "συντηρητικού" κόμματος.

Παρά ταύτα ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ, καθώς ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν συνέχισε την αντιπαράθεση με την Διοίκηση της Εκκλησίας διαβλέποντας το τεράστιο πολιτικό κόστος. Αυτή, όμως, έμελλε να είναι η αρχή του τέλους της παντοδυναμίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ, αλλά και του Ανδρέα Παπανδρέου, που δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε υπόδικος για ένα σωρό πολιτικά σκάνδαλα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ πιστώθηκε την αγωνιστική στάση της Διοικούσης Εκκλησίας, ενισχυόμενος αφανώς αλλά αποτελεσματικά από την φαρέτρα του μακαριστού π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, που ωστόσο δυστυχώς δεν είχε την ανάλογη συνέχεια από τους επόμενους δύο διαδόχους του, που όπως θα δούμε παρακάτω σταδιακά συναίνεσαν με την Πολιτεία.

Ο Αντώνης Τρίτσης χρεώθηκε το πολιτικό κόστος και δύο χρόνια αργότερα, στις 19 Μαΐου του 1989, νιώθοντας προδομένος εγκατέλειψε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ίδρυσε δικό του κόμμα, το Ελληνικό Ριζοσπαστικό Κίνημα (ΕΡΚ). Ένα χρόνο αργότερα –συγκεκριμένα στις 14 Οκτωβρίου του 1990– εκλέχθηκε δήμαρχος Αθηναίων με την υποστήριξη της Ν.Δ., αποκαλύπτοντας για ακόμα μία φορά την διαπλοκή μεταξύ των Ελληνικών κομμάτων και το πώς όλα ανεξαιρέτως εξυπηρετούν τα ίδια ξένα συμφέροντα. Τελικά, πέθανε στις 7 Απριλίου του 1992, σε ηλικία μόλις 55 ετών, με φρικτό θάνατο, καθώς δεν έβγαινε η ψυχή του έως ότου ζητήθηκε η αυτοπρόσωπη παρουσία του μακαριστού Μητροπολίτου πρ. Κεφαλληνίας Προκοπίου για να του διαβάσει την Συγχωρητική Ευχή, δεδομένου ότι ο Τρίτσης ως Υπουργός Παιδείας με συκοφαντίες του είχε συντελέσει στην άδικη εκθρόνιση του Προκοπίου. Έτσι πέθανε ο Τρίτσης έχοντας γράψει το όνομά του στην μερίδα των πολεμίων της Πίστεως!

Η τρίτη προσπάθεια να "εξοριστεί" η Εκκλησία από το Ελληνικό κράτος έγινε το 2000, επί της πρωθυπουργίας του διαδόχου του Ανδρέα Παπανδρέου, Κωνσταντίνου Σημίτη, που έμελλε να είναι ο άνθρωπος που παρέδωσε την Χώρα στο έλεος των δανειστών χρησιμοποιώντας πλαστά οικονομικά στοιχεία.

Η Κυβέρνηση Σημίτη αποφάσισε να καταργήσει την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, απόφαση που προκάλεσε την σθεναρή αντίδραση του τότε Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και της Ιεράς Συνόδου, που κατάφερε να συλλέξει περίπου τρία εκατομμύρια υπογραφές διαφωνούντων Ελλήνων. Ο τότε αρχηγός της ΝΔ, Κώστας Καραμανλής, ως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως υποσχέθηκε να στηρίξει τον αγώνα της Εκκλησίας όταν θα αναλάμβανε την εξουσία, γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκλογική επικράτηση του κόμματός του στις επόμενες εκλογές και την ανάδειξη του ιδίου σε πρωθυπουργό της Ελλάδος.

Όμως, τόσο ο Καραμανλής, όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δεν στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους καθώς "ενταφίασαν" στα συρτάρια τους τις υπογραφές των εκατομμυρίων Ελλήνων, που απαιτούσαν να διατηρηθεί η αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Τα σημάδια της παρακμής ήταν εμφανή, αφού αυτή τη φορά στην αντίθεη πολιτική της Πολιτείας είχε συναινέσει –έστω με την ανοχή και την αδράνειά του– και ο Αρχιεπίσκοπος.

Έτσι, φθάνουμε στα γεγονότα των ημερών μας, όπου το κατάντημα του τόπου προξενεί απελπισία. Η νέα προσπάθεια να αποσχιστεί η Πατρίδα μας από την Πίστη των Πατέρων μας παρουσιάσθηκε αρχικά ότι έγινε κοινή συναινέσει Αρχιεπισκόπου και Πρωθυπουργού! Παρουσιάσθηκε ότι τόσο ο άθεος Πρωθυπουργός, όσο και ο προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας προχώρησαν σε μία συμφωνία, που ζημιώνει το Έθνος, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος εν συνεχεία το αρνήθηκε και, όπως υποστηρίζει το περιβάλλον του, κερδίζει χρόνο για να ματαιώσει τα σχέδια του Πρωθυπουργού! Επειδή, λοιπόν, τα πράγματα είναι ρευστά, για να είμαστε δίκαιοι και αντικειμενικοί πρέπει να περιμένουμε τις εξελίξεις, που φαίνεται πως θα είναι ραγδαίες.

Ωστόσο, όπως και να έχουν τα πράγματα, οι δυσμενείς επιπτώσεις ήδη φάνηκαν: Η περιγραφείσα ασάφεια έδωσε δικαίωμα και δικαιολογία στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να παρέμβει στο εσωτερικό της Χώρας και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, υπερασπιζόμενος –τάχα– το δίκαιο, ενώ στην πραγματικότητα επιβουλεύεται και αποσκοπεί στην υφαρπαγή της διοικήσεως της.

Η ανάγνωση της Ιστορίας του συγχρόνου Ελληνικού Έθνους είναι ιδιαίτερα επίπονη και προξενεί αφόρητη θλίψη. Ο τόπος υποφέρει από την ανθελληνική τακτική των πολιτικών, αλλά και την διαρκώς αυξανόμενη έλλειψη πνευματικών ηγετών. Γι’ αυτό, καθημερινά καταφεύγουμε και προσευχόμεθα και επικαλούμεθα τους Αγίους Ποιμενάρχες της Εκκλησίας μας, που μέχρις αίματος υπερασπίσθηκαν τα Ιερά και τα Όσιά μας, την Αγιότητα της Εκκλησίας του Χριστού μας, που είναι «η Ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσσῃ μακράν».

Κάποια στιγμή πρέπει να ακουστεί το «στώμεν καλώς» τόσο από την Διοίκηση της Εκκλησίας, όσο και από τους πολιτικούς άρχοντες. Σε αντίθετη περίπτωση είναι θέμα χρόνου να περάσουμε ως Έθνος στην λήθη της Ιστορίας.

___________________
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος»

1 σχόλιο:

  1. Κύριε Βολουδάκη παρατήρησα ότι το 2018 υπήρξε μεγάλη αραίωση στις αναρτήσεις στο blog σας τρεις ,τέσσερεις το Μήνα και τελευταία μεγαλύτερη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Από το Blogger.