Τα επίγεια, πρόσβαση στα επουράνια

του πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Ε. Βολουδάκη

Το περιοδικό μας(*) αποσκοπεί στον πνευματικό καταρτισμό των αναγνωστών μας και γι’ αυτό προσπαθούμε πάντοτε, όσο μπορούμε, να αποφεύγουμε την ανάπτυξη κοσμικών θεμάτων, που δεν συντελούν στο να καθαρισθή το πνευματικό οπτικό μας πεδίο.
Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε, ότι προσπαθούμε παράλληλα να διευρύνουμε την ποιμαντική θεματολογία, γιατί πιστεύουμε ότι εμείς οι σύγχρονοι χριστιανοί έχουμε στενέψει υπερβολικά τον κύκλο των θεμάτων, που θεωρούμε πνευματικά και αρμόζοντα στην παιδαγωγική που ασκεί η Εκκλησία, και γι’ αυτό ευθυνόμαστε ιδιαιτέρως εμείς οι κληρικοί.
Πολλές φορές μιλάμε στους πιστούς για βαθειά πνευματικά θέματα, αναλύουμε τα ασκητικά Πατερικά συγγράμματα, χωρίς να εξετάζουμε αν αυτοί που μας ακούνε έχουν τις πνευματικές βάσεις —όπως είναι η στοιχειώδης ψυχική τους ισορροπία, η ανεπηρέαστη από την κοσμική ζάλη λογική τους σκέψη— αν έχουν βάλη σε τάξη τα βιοτικά τους πράγματα, αν έχουν λογική και συνέπεια στην συμπεριφορά και στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους και τα παιδιά τους, αν αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν σωστά τις παγκόσμιες ειδήσεις και τα σημεία των καιρών, αν αντιλαμβάνονται, αξιολογούν και αντιμετωπίζουν με ορθή κρίση τις ριζικές αλλαγές που σχεδιάστηκαν, σχεδιάζονται και θα σχεδιασθούν στη Βουλή των Ελλήνων με σκοπό την ολοκληρωτική αλλοτρίωση του λαού μας και πολλά άλλα.
Ο Χριστός μας είπε πως αν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σωστα τα επίγεια, είναι αδύνατον να μπορέσουμε να καταπιαστούμε με τα επουράνια. Γι’ αυτό κι’ εμείς, γνωρίζοντας πως η πνευματικότητα όλων των ανθρώπων δεν είναι δεδομένη ούτε της ίδιας ωριμότητος, γιατί ο καθένας μας πρέπει να περάση από πολλά στάδια για να φθάση στις ανώτερες βαθμίδες, προσπαθούμε μέσω των άρθρων του περιοδικού μας να αρχίσουμε από το Α της πνευματικής ζωής, συμπεριλαμβάνοντας και θέματα που συνήθως ξενίζουν τους θρησκευόμενους ανθρώπους.
Πρέπει να διευκρινήσουμε ακόμη, ότι έχουμε επίγνωση πως το περιοδικό μας δεν έχει τις απαιτούμενες δυνάμεις για να καθοδηγήση τους πιστούς στις εκλεπτισμένες λεπτομέρειες της πνευματικής ζωής, με τις οποίες καθαρίζεται ο νους, ταυτίζεται αταλάντευτα με τον Θεό η ανθρώπινη θέληση και αρμολογείται η ψυχή με με τις άγιες αρετές. Αυτό είναι έργο των γνησίων ανθρώπων του Θεού, των αγιασμένων ανθρώπων. Στα δικά μας μέτρα είναι το να παράσχουμε τις “πρώτες βοήθειες” στις ταραγμένες ψυχές και να προσπαθούμε να τους καταστήσουμε σαφές, με πολλούς και ποικίλους τρόπους, ότι προϋπόθεση της πνευματικής ζωής και της Θεολογίας, είναι η ισορροπημένη λογική, αυτή που ταυτίζεται με την Αλήθεια και όχι η μυωπική και υποκειμενική λογική, που είναι υπηρέτης των παθών και της σκοπιμότητος.
* * *
Προτάξαμε τις παραπάνω διευκρινήσεις, γιατί το θέμα που θα διαπραγματευθούμε σήμερα φαντάζει στους πολλούς ως έντονα κοσμικό και, χωρίς τις διευκρινήσεις αυτές, θα κινδυνεύαμε να παρεξηγηθούμε.
Πρόκειται για το εάν και κατά πόσον πρέπει οι χριστιανοί να αναμιγνύονται ενεργά στα πολιτικά πράγματα της πατρίδος τους ή να τα αφήνουν εντελώς στη διάθεση και στους χειρισμούς των κοσμικών ανθρώπων ή των ανθρώπων που κυριολεκτικά ενεργούν ως πράκτορες ξένων χωρών.
Το θέμα αυτό είναι φλέγον, γίνεται οξύτερο σε κάθε προεκλογική περίοδο, μας προβληματίζει καθ’ όλη την διάρκεια της μετεκλογικής περιόδου, όταν καθημερινά διαπιστώνουμε ότι οι πολιτικοί μας ενεργούν συστηματικά εναντίον της πνευματικής μας ζωής, νομοθετώντας με αντιχριστιανικά κριτήρια, αλλά τελικά έχουμε συμβιβασθεί με την εξελιγμένη σε φοβία ιδέα ότι ο χώρος της πολιτικής δεν αρμόζει σε ανθρώπους του Θεού γιατί είναι τάχα ένας χώρος του ...Σατανά(!) και έτσι, με σταυρωμένα χέρια, περιμένουμε και ζούμε το μοιραίο...
Είναι, λοιπόν, καιρός να δούμε σοβαρά αυτό το θέμα, γιατί τα χρονικά περιθώρια έχουν πολύ στενέψει, και το κατάντημα της καθημερινής ζωής στην πατρίδα μας είναι σε τέτοιο χάλι, που οποιαδήποτε άλλη καθυστέρηση θα έχη σάν αποτέλεσμα να γίνη η κατάσταση μη αναστρέψιμη.
Το θέμα, που συζητούμε, πρέπει να το δούμε πρώτα λογικά και ύστερα θεολογικά. Η λογική πρέπει να μας βοηθήση να δούμε την πραγματικότητα, όπως ακριβώς είναι, και όχι όπως την εξωραΐζουμε υπερτιμώντας τις ψυχικές και πνευματικές αντοχές μας. Και η πραγματικότητα βοά ότι οι συνθήκες της καθημερινής ζωής μας έχουν πνευματικά τσακίσει, αφού ουσιαστικά αναγκαζόμαστε να ζούμε έξι ημέρες χωρίς Θεό και μια μέρα στην εκκλησία! Δηλαδή, αναγκαζόμαστε να ζούμε και να αναπνέουμε όλη την εβδομάδα μέσα σε μιά ατμόσφαιρα, στην οποία το παράλογο, το εξωφρενικό, το διεφθαρμένο, το διεστραμμένο έχουν την σφραγίδα του «πολιτικά ορθού», όπως αποκαλείται ο τρόπος ζωής που εμπνεύσθηκε η παρανοϊκή “νεοεποχίτικη” σύγχρονη σκέψη και ζωή, εγκρίθηκε και υιοθετήθηκε από τους πολιτικούς και τα Μ.Μ.Ε. και ετσιθελικά μας επιβάλλεται για να τον αποδεχθούμε όλοι μας!
Ξαφνικά, στο τέλος της εβδομάδος το σκηνικό αλλάζει και ο ψυχικά και πνευματικά τσακισμένος αυτός λαός, ζαλισμένος και κυριευμένος από το άηθες “ήθος” της εβδομάδος που πέρασε, προσέρχεται την Κυριακή στις εκκλησίες για να εισπνεύση ένα άλλο ήθος σε μιά τελείως διαφορετικη ατμόσφαιρα, με συνέπεια, αντί να καλλιεργηθή, μεταφέρη την ψυχική ταραχή του και την αλλοφροσύνη του στους Ναούς, οι οποίοι, όλο και περισσότερο αποκτούν αλλά και αποπνέουν το πνεύμα και την ταραχή του κόσμου.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, έχει αποδείξει και συνεχώς αποδεικνύει, ότι το πρωί της Κυριακής δεν επαρκεί για να αναταχθούν οι ταραγμένες και αλλόφρονες από το εβδομαδιαίο σφυροκόπημα ψυχές, με αποτέλεσμα κάθε μέρα που περνάει να σημαδεύη ανεπανόρθωτα τις χριστιανικές συνειδήσεις και να τις κάνη τελικά να συνθηκολογούν με την τρέλλα του κόσμου.
Τα παιδιά όλων μας, κυρίως τα παιδιά των εκκλησιαζομένων της μέσης ηλικίας, είναι οι αψευδέστεροι μάρτυρες, τα πιο τρανταχτά αποδεικτικά στοιχεία ότι το πρωί της Κυριακής δεν είναι πια αρκετό για να ανθίση μέσα τους η ζωή της Εκκλησίας! Τα παιδιά μας τώρα στην Ελλάδα μεγαλώνουν σ’ ένα κόσμο πανομοιότυπο αυτού που έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες στην κατ’ εξοχήν αθεϊστική Ευρώπη, αφού, περιορίζοντας τη χρήση των πνευματικών μας αντιβιοτικών, τον αφήσαμε να εξαπλωθή με ταχύτητα λοιμικής νόσου και στην πατρίδα μας.
Τjν κόσμο αυτόν τον διδάσκονται τα παιδιά μας καθημερινά και πολύ συστηματικά στο σχολείο, σαν διδακτέα ύλη, ώστε και αν κάποια απ’ αυτά, έχοντας πνευματικές αντιστάσεις, δεν ήσαν πρόθυμα να τον εισπνεύσουν στη συμπεριφορά και στα λόγια των συμμαθητών τους κατά τις συναναστροφές τους, να υποχρεωθούν να τον δεχθούν και να τον αφομοιώσουν με τις επίμονες και πιεστικές ιδεολογίες των δασκάλων και καθηγητών τους αλλά και με τα αμοραλιστικά και αντιεπιστημονικά σχολικά εγχειρίδια.
Τα παιδιά των ανθρώπων, που εκκλησιάζονται, δίνουν καθημερινά, από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, σκληρές μάχες με τους δασκάλους τους, οι οποίοι με μανία πολλές φορές, κάνοντάς τους και ψυχρό πόλεμο, επιχειρούν να ξεριζώσουν βίαια τον Θεό και την πίστη από τις εύπλαστες παιδικές και νεανικές ψυχές.
Το πρωί, λοιπόν, της Κυριακής και όσα διδάσκονται στον Ναό τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι φαντάζουν σαν μια ουτοπία, ένας ρομαντισμός, μια ζωή που δεν υπάρχει, κάτι σάν παλιό παραμύθι, που δεν έχει, όμως, πια πρακτική αξία, αλλά που έχει παραμείνει σαν ένα θλιβερό λείψανο, ένα απομεινάρι του παρελθόντος που προστίθεται στο σύνολο των γνωστικών μας αντικειμένων, ίσως και λίγο νοσταλγικά, αλλά που, τελικά, δεν χρησιμεύει σε τίποτα στην αντιμετώπιση των ποικίλων προβλημάτων και των ψυχοπλακωτικών συνθηκών της καθημερινής ζωής.
Αυτά που γράψαμε δεν επιχειρούν, βεβαίως, να ακυρώσουν την <ακατάλυτον, Θείαν και ζωοποιόν δύναμιν> της Εκκλησίας, αλλά θέλουν να τονίσουν ότι οι σημερινές συνθήκες της ζωής επηρεάζουν υπερβολικά και υπέρ δύναμιν τους περισσοτέρους ανθρώπους και δεν αφήνουν τις ψυχές τους να αποκτήσουν ψυχική ικμάδα.
* * *
Θεολογικά κριτήρια για το εάν και κατά πόσον πρέπει οι χριστιανοί να ενδιαφέρονται και να συμμετέχουν στα πολιτικά διακονήματα του κράτους πρέπει να αντλήσουμε με πολλή προσοχή από το παρελθόν, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ακριβείς αντιστοιχίες με τις εποχές που ανέδειξαν αγίους από την μερίδα των ασχοληθέντων με τα δημόσια πράγματα ανθρώπων. Ωστόσο πρέπει ευθύς εξ αρχής να ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι όχι μόνο δεν είναι αμάρτημα να ασχολούνται οι χριστιανοί με την πολιτική, εφ’ όσον έχουμε πολλά παραδείγματα αγίων αρχόντων, με πρωτοκορυφαίο τον άγιο και ισαπόστολον Μεγάλον Κωνσταντίνον και, δεύτερον, ότι απαγορεύεται αυστηρώς και παντελώς στους κληρικούς η ανάληψη κοσμικών ή πολιτικών αξιωμάτων.
Από εδώ αρχίζει μεγάλη συζήτηση, γιατί, στο πέρασμα του χρόνου, έχουν επικρατήσει πολλές πλανεμένες απόψεις που έχουν επενδυθεί με τάχα θεολογικό κύρος.
Μια απ’ αυτές τις πλάνες υποστηρίζει ότι οι κληρικοί δεν πρέπει να ασχολούνται και να εκφράζονται για τα πολιτικά πράγματα του τόπου τους.
Οι άνθρωποι που υιοθετούν την πλάνη αυτή συγχέουν την απαγόρευση της Εκκλησίας για την ανάληψη κοσμικών και πολιτικών αξιωμάτων από τους κληρικούς με την υποχρέωση που έχει κάθε κληρικός να ανοίγη τα μάτια των ανθρώπων ώστε να βλέπουν τις πνευματικές παγίδες, τις οποίες με μέθοδο και σύστημα στήνουν οι πολιτικοί.
Άλλο πράγμα, όμως, είναι ο κληρικός–πολιτικός άρχων (που αποκαλείται από τον άγιο Νικόδημο «μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον») και άλλο πράγμα είναι ο κληρικός Ποιμήν, ο οποίος έχει έργο του να βλέπη καθαρά και να προστατεύη τους ανθρώπους, αλλά και να κρίνη ποιοι από το ποίμνιό του έχουν το χάρισμα της πολιτικής και να τους παρακινή και να τους ενθαρρύνη να επιχειρήσουν το ιερό αυτό διακόνημα της ευτάκτου, ειρηνικής, τιμίας και ευσεβούς πλοηγήσεως του Κράτους και της κατά Θεόν διευθετήσεως όλων των βιοτικών πραγμάτων.
Έχουμε, φαίνεται, ξεχάσει πως η Παλαιά Διαθήκη, η οποία περιλαμβάνει το έργο, τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες των κοσμικών αρχόντων, ανήκει στην Εκκλησία, η Οποία έχει την ευθύνη σε κάθε χριστιανική Πολιτεία να εποπτεύη τα πνευματικά Της τέκνα, που σ’ αυτά περιλαμβάνονται και όλοι οι πολιτικοί άρχοντες που δεν έχουν ρητά και κατηγορηματικά ομολογήσει ενώπιον όλου του εκλογικού σώματος ότι αρνούνται την ύπαρξη του Θεού και την τήρηση του Ιερού Του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό καταλογίζεται βαρειά ευθύνη στους επισκόπους εκείνους, που, όχι μόνο δεν υποχρεώνουν τους πολιτικούς άρχοντες να εκθέσουν ειλικρινά ενώπιον του λαού τα φρονήματά τους ως προς τον Θεό και την Εκκλησία —και βεβαίως εφ’ όσον αυτοί ομολογούν πίστη να τους ζητούν λόγο κάθε φορά που τα νομοθετήματά τους μαρτυρούν τα αντίθετα— αλλά και συμπράττουν και συμφωνούν και υποστηρίζουν τους άρχοντες εκείνους, που επί ολόκληρες δεκαετίες πριονίζουν και καυτηριάζουν τις ζωηφόρες ρίζες του έθνους μας με ολοφάνερη κατάληξη τον αποχριστιανισμό της αγιομάννας πατρίδος μας.
Οι Ιεροί Κανόνες είναι κατηγορηματικοί, καθαιρούντες και αναθεματίζοντες τους Πρεσβυτέρους και Επισκόπους που δεν παιδαγωγούν τους πιστούς «προς ευσέβειαν». Αυτό το εγνώριζε ο μέγας εθναπόστολος και ιερομάρτυς άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος βλέποντας το Γένος μας να βυθίζεται στην ασέβεια και στην πνευματική αμάθεια μέσα στο Οθωμανικό καθεστώς, άφησε το ασκητήριό του, την ασκητική ζωή και, όπως εξομολογείται ο ίδιος, προτίμησε να θέση σε κίνδυνο την ψυχή του, με το να κατεβή στον κόσμο και να εμπλακή στα βιοτικά πράγματα, γιατί ήταν ανάγκη να διδάξη στους ανθρώπους τον Χριστό, προτρέποντάς τους, όμως, παράλληλα και στο κτίσιμο σχολείων και στην τακτοποίηση των Κοινοτήτων τους με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι θεωρητική και επιφανειακή η πίστη τους αλλά να αρμολογηθή η καθημερινή τους ζωή με βάση και κριτήριο το Ευαγγέλιο του Χριστού.
Σήμερα δεν είμαστε κάτω από Οθωμανικό καθεστώς αλλά βρισκόμαστε κάτω από το ύπουλο ιδεοπολιτικό και βάρβαρο καθεστώς της Ευρωπαϊκής καταπτώσεως και γι’ αυτό σε όλες τις πτυχές του δημοσίου βίου μας καθημερινά ξηλώνουμε ανελέητα και επιτρέπουμε και σε άλλους να ξηλώνουν με πάθος κάθε τι που βοηθάει τους ανθρώπους να διατηρήσουν μέσα τους αυτό που θυμίζει την Θεία καταγωγή τους.
Δεν ξέρω πόσο μπορούμε να περιμένουμε ακόμη για να κάνουμε κάτι. Ήδη, όμως, ξέρω πολύ καλά ότι τα παιδιά μας δεν μπορούν πια να φοιτήσουν στα σχολεία που τους φτιάξαμε, ούτε να αντέξουν άλλο στις βασανιστικές για τις ψυχές τους συνθήκες. Ξέρω ακόμη ότι οι πολιτικοί άρχοντες σφίγγουν κάθε μέρα τον κλοιό στον τράχηλο της Εκκλησίας για να πνίξουν την φωνή Της και να δοκιμάσουν τις αντοχές του λαού, να δοκιμάσουν πόσο “τους παίρνει”. Είμαστε στο όριο. Έχουμε ακόμη λίγο περιθώριο να απαιτήσουμε από τους πολιτικούς να μας δώσουν πίσω την ζωή των Πατέρων μας, για να γίνη αυτή πάλι καθημερινή μας ζωή, αντί να καθόμαστε να κλαίμε, ζώντας μια ζωή σαν να είμαστε εξόριστοι από την πατρίδα μας, «επί γης αλλοτρίας».
Υπάρχει ακόμη περιθώριο να μας ακούσουν οι πολιτικοί. Έχουν δείξει ότι φοβούνται την αλήθεια. Φοβούνται να ομολογήσουν καθαρά στο λαό ότι δεν πιστεύουν και σφετερίζονται την ιερατική εξουσία αναλαμβάνοντας, ημών κοιμωμένων, να καθορίζουν εκείνοι το τι είναι χριστιανικό και το πως ορίζεται ο Ορθόδοξος. Καθημερινά διακηρύσσουν ότι είναι πιστοί άνθρωποι και κοντεύουν να πείσουν τον λαό ότι οι νόμοι τους και οι πρακτικές τους εναρμονίζονται απόλυτα με την χριστιανική πίστη! Ακόμη και τις διαστροφές και την ομοφυλοφιλία εργάζονται πυρετωδώς να εξαπλώσουν παντού, σαν να είναι άσχετη η προσωπική μας ζωή με την πίστη και το Ευαγγέλιο.
Το παρήγορο, λοιπόν, είναι ότι προς το παρόν μας φοβούνται, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα μας φοβούνται για πολύ. Τώρα ακόμη υπολογίζουν τις αντιδράσεις μας αλλά διαπιστώνουμε με πολλή θλίψη ότι το ιερατείο και ιδιαιτέρως οι Επίσκοποι της Εκκλησίας μας έχουν πιει το αμίλητο νερό και αρκούνται στα ψίχουλα των κυβερνητικών οικονομικών παροχών και διαδικαστικών διευκολύνσεων και άφησαν τα βαρύτερα και σημαντικότερα. Με αυτή, όμως, την τακτική μας, από ποιμένες ψυχών μεταβαλλόμεθα σε μισθωτούς, που εκτελούν απλώς μια εργασία ρουτίνας αποσκοπώντας μόνο στις υλικές απολαβές και στην κοσμική δόξα, πιστά αντίγραφα των εκπεσόντων πολιτικών.
* * *
Τελικά τι πρέπει να κάνουμε; Να ιδρύση η Εκκλησία κόμμα; Όχι βέβαια! Αυτό που χρειάζεται είναι να ενθαρρύνη η Εκκλησία τους ανθρώπους που έχουν το χάρισμα της πολιτικής και να τους παρακινήση να εργασθούν προς αυτήν την κατεύθυνση και να συνεργασθούν με όλους εκείνους που έχουν ως βάση την αγάπη τους προς τον Χριστό και την χριστιανική ζωή.
Δεν είναι σωστό να επιτρέψουμε σε καιροσκόπους να σφετερίζονται τα χριστιανικά μηνύματα, επειδή αντιλαμβάνονται ότι ο πιστός λαός έχει αγανακτήσει με την συμπεριφορά πολιτικών και κομμάτων που ενεργούν όχι ως απόγονοι μαρτύρων και ηρώων αλλά ως πράκτορες ξένων συμφερόντων.
Η Εκκλησία οφείλει να διδάξη τα παιδιά Της ότι δεν είναι βρώμικη η πολιτική αλλ’ ότι μπορεί να γίνουν βρώμικοι οι πολιτικοί!
Η Εκκλησία οφείλει να διδάξη τα παιδιά Της ότι
η εξουσία δεν φθείρει τους ανθρώπους αλλά κάνει φανερούς τους διεφθαρμένους!
Αλλοίμονο αν κάποιος δεχόμενος ένα αξίωμα, γίνεται διεφθαρμένος!
Αυτός που λαμβάνει ένα αξίωμα είναι φυσικό να έχη πρόσβαση και στα χρήματα, εφ’ όσον με μέσον αυτά πρέπει να φέρη σε αίσιο πέρας την αποστολή του. Αυτό καθ’ εαυτό το αξίωμά του δεν τον κάνει κλέφτη, επειδή διαχειρίζεται χρήματα, αν όμως αυτός δεν έχει όσιο και ιερό, και συνεπώς έχει συνείδηση κλέφτη (ας θυμηθούμε τον Ντοστογιέφσκυ που είπε: «Όταν δεν υπάρχη Θεός όλα επιτρέπονται»), λαμβάνοντας την εξουσία, του παρέχεται η δυνατότητα να γίνη και στην πράξη κλέφτης, καταχρώμενος το δημόσιο χρήμα. Είναι αποκαρδιωτικό το ότι στην συνείδηση πολλών έχει γίνει αναμφίβολα αποδεκτό πως η εξουσία και τα αξιώματα φθείρουν, ενώ οι σοφοί και ανιδιοτελείς πρόγονοί μας διεκήρυσσαν ότι «Αρχή άνδρα δείκνυσι». Δηλαδή, το αξίωμα φανερώνει πεντακάθαρα το πραγματικό ήθος αυτού που το ασκεί.
Οι εκκλησιαστικοί, λοιπόν, άνθρωποι οφείλουμε να μην πέσουμε στην παγίδα των πολιτικών που έχουν σαν προμετωπίδα της βουλιμίας τους το τάχα συμφέρον του λαού, που ο έρμος λαός ούτε το είδε ούτε κατά πως φαίνεται θα το ιδή, αλλά θα πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια μας και σε κάθε ενορία να ενθαρρύνουμε πιστούς, σοβαρούς και έντιμους ανθρώπους στο να ασχοληθούν με τα κοινά πράγματα. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να γνωρισθούν και να επικοινωνούν μεταξύ τους, εφ’ όσον σύνδεσμός τους είναι η ενοριακή ζωή και τα υπόλοιπα θα τα αναλάβη ο Θεός. Η πρακτική μας έδειξε ότι οι σωστοί άνθρωποι θα είναι πάντα μειοψηφία στα μεγάλα κόμματα και η φωνή τους πνίγεται, γιατί αυτά στην πλειοψηφία τους ελέγχονται από σκοτεινά κέντρα με άδηλο πλούτο. Έτσι πρέπει να ξεκινήσουν μόνοι τους με εφόδια τον ηρωϊσμό των Μακεδονομάχων, οι οποίοι, παρ’ ότι εύρισκαν εμπόδια ακόμη και απ’ την ίδια την κυβέρνηση της πατρίδος μας, έκαναν την “ουτοπία” νίκη, την έκαναν θρίαμβο και θρύλο!
Δεν μπορούμε να πιστέψουμε πως η πατρίδα μας, που ανέδειξε τόσους ανιδιοτελείς και ηρωϊκούς Κυβερνήτες δεν έχει τη δύναμη να αναστήση και πάλι άνδρες τίμιους, ηγέτες στην εύδρομη πορεία του λαού και της πατρίδος μας, αλλά θα πρέπει να παραδοθή αμαχητί στους ποικίλους κουλτουριάρηδες και πανούργους “κατακτητές”, που “σφάζουν” καθημερινά την ψυχή μας με το βαμβάκι!
Δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε με την ιδέα ότι πρέπει να αφήσουμε τα πράγματα ανεξέλεγκτα, χωρίς αντίσταση στο κακό, χωρίς αντίσταση στην πνευματική μας υποδούλωση, αδιαφορώντας για το ότι με την σταση μας αυτή συντελούμε στο να γίνη σχεδόν αδύνατη η πνευματική ζωή των ανθρώπων, αφού γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι, με τους ρυθμούς που γκρεμίζονται τα πάντα, θάρθη πολύ σύντομα η ημέρα που ελάχιστοι άνθρωποι θα έχουν πια τις ψυχικές αντιστασεις για να ζήσουν χριστιανικά.
Ο αγώνας δεν είναι κομματικός αλλ’ ούτε κάν εθνικός. Ο αγώνας είναι καθαρά πνευματικός!
Πρέπει όλοι μας να αγωνισθούμε για τη γη των Πατέρων μας. Για την αγιοτόκο Ελλάδα! Που ήταν και πρέπει να ξαναγίνη ο τόπος εκείνος που εξασφαλίζει στους υπηκόους της τις ιδανικώτερες συνθήκες για να ζήσουν την πνευματική τους ζωή!

(*) Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο ενοριακό περιοδικό "Ενοριακή Ευλογία" του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Πευκακίων οδού Ασκληπιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.