Με το νου στραμμένο στην Γενεύη

Στην Γενεύη ξεκινούν και πάλι οι συζητήσεις με σκοπό την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος, με τους Δυτικούς να επιδιώκουν για ακόμα μία φορά να κρατήσουν την Μεγαλόνησο αιχμάλωτη και αποκομμένη από την Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά στις συζητήσεις για τις εδαφικές διεκδικήσεις, η πρώτη προσπάθεια προσέγγισης με την χρήση χάρτη έγινε στον έκτο γύρο της διαπραγμάτευσης, από τις 31 Μαρτίου μέχρι και τις 7 Απριλίου του 1977, όπου πρώτη η Ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλλε έναν χάρτη με συγκεκριμένη πρόταση για το εδαφικό.

Βάσει του χάρτη αυτού το 19,7% του εδάφους θα παρέμενε υπό τουρκική διοίκηση και το 80,3% θα επιστρεφόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η Ελληνική πρόταση, επίσης, προέβλεπε ακόμα την επιστροφή 120.000 Ελληνοκυπρίων προσφύγων στις υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση περιοχές, ενώ άλλοι 50.000 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες θα είχαν το δικαίωμα επιλογής για παραμονή είτε υπό τουρκική ή υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση. H τουρκική πλευρά τότε δεν υπέβαλε καμία πρόταση για το εδαφικό.

Οι Τούρκοι στις 13 Απριλίου 1978 πρότειναν έναν χάρτη, σύμφωνα με τον οποίο θα επιστρεφόταν στην Ελληνική πλευρά μόλις το 1% του εδάφους. Η νεκρή ζώνη θα ήταν υπό την εποπτεία της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ στο υπόλοιπο τμήμα των κατεχομένων δεν υπήρχαν σημαντικές αλλαγές, με τελικό ποσοστό εδάφους 64.8% υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση και 35.2% υπό τουρκική κατοχή. Ο συγκεκριμένος χάρτης, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε από την Ελληνοκυπριακή πλευρά ως απαράδεκτος.

Το 1981 υποβλήθηκαν δυο εναλλακτικοί χάρτες από τον τότε Ειδικό Σύμβουλο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) Hugo Gobbi. Ο πρώτος έδινε το 27,4% στην τουρκική κατοχή και το 72,6% στην Ελληνική. Ο δεύτερος χάρτης προέβλεπε 27,2% για τους Τούρκους και 72,8% για τους Έλληνες.

Στις 5 Αυγούστου του 1981 οι Τούρκοι κατέθεσαν εκ νέου έναν χάρτη όπου το 66.6% βρισκόταν υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση και το 33.4% υπό τουρκική κατοχή.

Στις 18 Νοεμβρίου του 1981 και με πρωτοβουλία του Gobbi, προτάθηκε ένας νέος κύκλος συνομιλιών, που κράτησε μέχρι τον Μάιο του 1983. Σύμφωνα με το έγγραφο αξιολόγησης που υποβλήθηκε επίσημα από τον Gobbi προς τις δύο πλευρές, «υπήρχε δυσκολία στο να γεφυρωθούν οι θέσεις των δύο πλευρών, λόγω των ποιοτικών και ποσοτικών διαφορών που υπάρχουν».

O χάρτης που πρότεινε ο Gobbi προέβλεπε πως η Αμμόχωστος και η Μόρφου θα επέστρεφαν στην Κυπριακή Δημοκρατία, διαμορφώνοντας τα ποσοστά κατοχής σε 72.8% για την Ελληνική πλευρά και 27.2% κάτω από τουρκική κατοχή. Η τουρκική πλευρά διέκοψε τις συνομιλίες τον Μάιο του 1983.

Στο εδαφικό επανήλθε τον Αύγουστο του 1983 ο τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ, Javier Felipe Ricardo Pérez de Cuéllar y de la Guerra, πάλι μέσω του Gobbi. Οι γνωστοί ως «Δείκτες» Cuéllar είχαν ως σκοπό την σύγκλιση των διαφορών των θέσεων των δύο πλευρών και την διαπραγμάτευση στα πλαίσια των δεικτών. Όσον αφορά στο εδαφικό, προτάθηκαν οι εξής δύο δείκτες: Ο πρώτος πρόβλεπε πως στην Ελληνική πλευρά θα δινόταν το 77% του εδάφους και στα κατεχόμενα το 23%, που έγινε αποδεκτός ως βάση διαπραγμάτευσης από την Ελληνική πλευρά. Ο δεύτερος δείκτης προέβλεπε στην Ελληνική πλευρά θα δινόταν το 70%, ενώ το 30% θα βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή.

Η απάντηση της Ελληνοκυπριακής πλευράς ήρθε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1983. Στο θέμα του εδαφικού η Ελληνική πλευρά υποστήριζε πως με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της πρώτης συμφωνίας κορυφής του 1977, το έδαφος της υπό τουρκική κατοχή περιοχής θα έπρεπε να έχει έκταση μικρότερη του 23%. Ωστόσο, η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε το 23% ως βάση διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέψει ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός Ελληνοκυπρίων προσφύγων υπό την Ελληνική διοίκηση.

Στις 15 Νοεμβρίου 1983 ο Gobbi, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης, ενημερώθηκε από τον Rauf Denktaş για την ανακήρυξη του ψευδοκράτους της τάχα "Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου".

Στις 11 Ιανουαρίου 1984 η Ελληνοκυπριακή πλευρά ενημέρωσε ότι δεν θα αποδεχόταν σε καμιά περίπτωση οι έποικοι να γίνουν Κύπριοι. Ωστόσο συμβιβάστηκε, προκειμένου να διευκολύνει την διαπραγμάτευση, με την αποδοχή ποσοστού γύρω στο 25% για την τουρκική κατοχή. Έθεσε, όμως, ως όρο την επιστροφή της Αμμοχώστου και της Μόρφου στην Ελληνοκυπριακή διοίκηση. Ο Denktaş δεν έκανε αποδεκτή την πρόταση γιατί προτεραιότητά του ήταν η επιβολή του ψευδοκράτους.

Τον Αύγουστο του 1992 ο χάρτης του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ, Boutros Boutros-Ghali, πρότεινε το 72,1% να τεθεί υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και το 27,9% να παραμείνει υπό τουρκική κατοχή. Η Αμμόχωστος και άλλες περιοχές θα επιστρέφονταν κάτω από την Ελληνοκυπριακή διοίκηση. Ο τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γιώργος Βασιλείου, δήλωσε έτοιμος να διαπραγματευτεί μια συμφωνία στη βάση των προτάσεων του Ghali με την προϋπόθεση: «ότι θα υπάρξουν βελτιώσεις προς όφελος και των δύο πλευρών». Οι Τούρκοι και πάλι απέρριψαν την πρόταση.

Το Σχέδιο Annan 5, που προτάθηκε από τον έβδομο Γ.Γ. του ΟΗΕ Kofi Atta Annan, προέβλεπε εδαφικές αναπροσαρμογές, με το 71,3% να τοποθετείται υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση και το 28,7% υπό τουρκική κατοχή.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως με το πέρασμα των ετών οι Τούρκοι διεκδικούν με θράσος ολοένα και περισσότερα από την μαρτυρική Κύπρο μας. Η προσευχή όλων μας είναι στραμμένη προς τον Θεό και στην Παναγία μας προκειμένου να μην επιτρέψουν να επέλθει μια επιζήμια εθνική συμφωνία.

Η Κύπρος είναι Ελλάδα στο 100% του εδάφους της και αυτό είναι το μόνο αποδεκτό καθεστώς!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.